Άγχος αποχωρισμού ονομάζεται το άγχος που βιώνει ένα παιδί όταν καλείται να αποχωριστεί τον γονέα ή κάποιο άλλο άτομο που το φροντίζει. Είναι μια ανθρώπινη εμπειρία άρρηκτα συνδεδεμένη με τον δεσμό, την αγάπη και την ανάγκη του παιδιού να νιώθει ότι δεν χάνει το πρόσωπο που το προστατεύει. Πρόκειται για ένα φυσιολογικό αναπτυξιακό στάδιο, το οποίο πολύ συχνά εμφανίζεται στον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού και μπορεί να διαρκέσει μέχρι και τα τέσσερά του χρόνια. Όταν όμως γίνεται έντονο, παρατεταμένο και περιοριστικό, τότε χρειάζεται κατανόηση και φροντίδα. Το παιδί δεν φοβάται απλώς τον αποχωρισμό. Πολύ περισσότερο φοβάται μήπως χαθεί ο δεσμός και μείνει μόνο του.
Ο δεσμός του παιδιού με τον βασικό φροντιστή του, που συνήθως είναι η μητέρα αποτελεί το πρώτο ψυχικό στήριγμα του παιδιού. Μέσα από το δεσμό αυτό μαθαίνει ότι ο κόσμος είναι ασφαλής και ότι οι ανάγκες του θα καλυφθούν ακόμα και αν απομακρυνθεί για λίγο από αυτόν και μετά επιστρέψει. Αν αυτό το αίσθημα ασφάλειας που χρειάζεται να νιώθει το παιδί διαταραχθεί, τότε είναι πιθανόν να αντιδράσει με άγχος και στρες. Φοβάται, με άλλα λόγια, την απώλεια της συναισθηματικής σύνδεσης.
Συνήθως τα παιδιά με άγχος αποχωρισμού εμφανίζουν έντονο κλάμα ή πανικό όταν αποχωρίζονται τον γονέα. Επίσης, συχνά μπορεί να αρνούνται να πάνε στο σχολείο ή σε δραστηριότητες που μέχρι πρότινος τους άρεσαν και είναι πιθανόν να εμφανίσουν σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλο ή στομαχόπονο, χωρίς όμως εμφανή οργανική αιτία. Παρουσιάζουν επιπλέον, έντονο φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί στον γονέα, γι’ αυτό πολλές φορές αναζητούν τη σωματική επαφή μαζί του και επιθυμούν να βρίσκονται κοντά του, ακόμη και σε καταστάσεις που αναπτυξιακά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν πιο αυτόνομα. Παράγοντες όπως το διαζύγιο, οι συγκρούσεις των γονέων, η ασθένεια ή η απώλεια αγαπημένου προσώπου, η υπερπροστατευτικότητα των γονέων και γενικώς διάφορες αλλαγές στη ζωή τους μπορούν να ενισχύσουν το άγχος αποχωρισμού.
Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας ανταποκρίνεται στο άγχος του παιδιού του παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξή του. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα και σταθερότητα αλλά και η κατανόηση και υποστήριξη συμβάλλουν στο να νιώσει το παιδί μεγαλύτερη ασφάλεια. Κρίνεται απαραίτητο ο γονέας να αναγνωρίζει και να κατονομάζει το συναίσθημα του παιδιού, χωρίς να έχει διάθεση να το υποτιμήσει ή να το ενισχύσει υπερβολικά. Προκειμένου το παιδί να μάθει ότι ο αποχωρισμός δεν σημαίνει απώλεια, ο γονιός είναι σημαντικό να τηρεί σαφή όρια, ήρεμη στάση και συγκεκριμένες ρουτίνες αποχωρισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το άγχος αποχωρισμού αποτελεί μια αμφίδρομη διαδικασία, η οποία επηρεάζει και επηρεάζεται τόσο από τον γονιό όσο και από το παιδί. Όταν και ο ίδιος ο γονιός φοβάται τον αποχωρισμό είτε επειδή νιώθει ενοχή είτε επειδή ανησυχεί αν το παιδί θα τα καταφέρει χωρίς εκείνον, το μήνυμα που άθελά του περνάει είναι ότι ο κόσμος δεν είναι ασφαλής. Έτσι το παιδί δεν αγχώνεται μόνο για τον αποχωρισμό αλλά και για την ασφάλεια του ίδιου του γονιού, γι’ αυτό προσπαθεί να τον κρατήσει κοντά του για να είναι και οι δύο ασφαλείς. Άρα, όσο πιο ήρεμος είναι ο γονιός τόσο πιο σίγουρο αισθάνεται και το παιδί.
Συμπερασματικά, το άγχος αποχωρισμού αποτελεί ένδειξη βαθιάς ανάγκης για σύνδεση. Όταν το παιδί μάθει ότι μπορεί να φύγει χωρίς να χάσει και να απομακρυνθεί χωρίς να εγκαταλειφθεί, τότε ο φόβος και το άγχος μετατρέπονται σε εμπιστοσύνη. Το πιο σημαντικό μάθημα που θα πάρει το παιδί είναι ότι “Μπορώ να είμαι μόνο μου γιατί ξέρω ότι ανήκω”.