Και ξανάρθε αυτή η μέρα…ξανάρθε αυτός ο μήνας… ξανάρθε αυτή η ημερομηνία…ξανάρθαν όλα και όλα ξανάρθαν χωρίς εσένα… εσένα που έφυγες, εσένα που λείπεις από τις μέρες, τους μήνες και τα χρόνια που ήρθαν και έρχονται…

Πάλι θα σηκωθώ και, όλως τυχαίως, θα ‘χω ξεχάσει τι μέρα είναι. Θα κάνω ό,τι κάνω όλες τις άλλες μέρες κι ίσως και λίγα περισσότερα μπας και ξεχάσω, στα σίγουρα, τι μέρα είναι. Δε θα ρίξω το μάτι μου πουθενά που, τυχόν, θα γράφει ημερομηνία, μπας και ξεχάσω τι μέρα είναι. Κι εκεί γύρω στο βράδυ, γύρω στο κλείσιμο αυτής της μέρας που πάσχισα να μη θυμηθώ τι μέρα είναι, θα παραδεχτώ την ήττα μου και θ ‘αφεθώ… επιτέλους, θ‘ αφεθώ  να θυμηθώ τι μέρα είναι.

Περίεργο πράγμα κι αυτό…γιατί, στ’ αλήθεια, αυτή δεν είναι κάποια ιδιαίτερη μέρα. Ιδιαίτερη ήταν μόνο η μέρα που έφυγες. Όλες οι άλλες μέρες είναι άλλη μια μέρα, άλλη μια μέρα χωρίς, άλλη μια μέρα μακριά, άλλη μια μέρα απουσίας. Απλά μαζεύτηκαν πολλές. Και μπορεί πια να πονάει αλλιώς, αλλά δεν έπαψε να πονάει… μπορεί να συνήθισα, αλλά δεν ξέχασα…και μπορεί να μη λέω πια ‘γιατί’ με απορία, αλλά λέω πάντα ‘γιατί γαμωτο’ με παράπονο…

Άπειρα ‘γιατί γαμώτο’!

Γιατί γαμώτο πιστεύουμε ότι ο χρόνος είναι ατελείωτος…

Γιατί γαμώτο πιστεύουμε ότι όσοι αγαπάμε κι είναι δίπλα μας θα είναι εκεί για πάντα…

Γιατί γαμώτο πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει λόγος να πούμε όσα νιώθουμε λες και οι άλλοι τα ξέρουν, τα γνωρίζουν, τα μαντεύουν ή θα πρεπε τουλάχιστον να το κάνουν…

Τόσα ‘γιατί γαμώτο’ κι ένας χρόνος ανελέητος που έρχεται και με μαλώνει που τον σπατάλησα, που δεν τον αξιοποίησα σωστά και νόμιζα θα μου χαριζόταν και θα προλάβαινα να πω και να δείξω όσα ένιωθα…και μετά με καλοπιάνει, τάχα μου, λέγοντας μου, με περίσσια αλαζονεία, ότι αυτή είναι η τέχνη του κι η ομορφιά του…να μας  ξεγελά και να μας προσπερνά και δεν είμαι η μόνη που γέλασε κι έκανα τούτο το λάθος…

Καλύτερα, λένε, να χάσεις κάτι πάρα να το χαρίσεις. Γιατί ό,τι χάνεις, μπορείς να το ξανακερδίσεις αλλά ό,τι χαρίζεις δεν επιστρέφεται. Το χρόνο όμως, τον χάνεις ή τον χαρίζεις, ένα και το αυτό… δεν επιστρέφεται! Και ναι, αυτόν τον κοινό μας χρόνο για να σου πω, να σου εξομολογηθώ, να σου παραπονεθώ, να σε ρωτήσω και να σου δείξω πράγματα, τον έχασα. Και ναι, χάρισα στο χρόνο και την αλαζονεία του λόγια και πράγματα άπειρα, παράπονα που δεν έκανα, αγκαλιές που δεν έδωσα, ευχαριστώ που δεν είπα, σ ‘αγαπώ που δεν ξεστόμισα,  συναισθήματα που δε μοιράστηκα… όμως φτάνει του! Όλα τα άλλα είναι δικά μου, όλα τ ‘άλλα τα κέρδισα και τα ‘χω δικά μου. Μέσα μου… τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή και το μυαλό μου που ούτε ο χρόνος μπορεί να τα πειράξει!

Αν ξέραμε στ’ αλήθεια οι άνθρωποι πως και πόσο μπορεί να αλλάξουν όλα μέσα σε μια στιγμή, ίσως δίναμε άλλη αξία στις στιγμές μας. Ίσως πάλι και όχι. Ίσως η ουσία και η αξία να κρύβονται ακριβώς σ’αυτή μας την  άγνοια… ίσως εκεί να βρίσκεται η μαγεία, η αλήθεια, η καθαρότητα των στιγμών μας, ακόμα κι αν δεν είναι τόσο τέλειες όσο θα τις κάναμε ΑΝ ξέραμε, αν τις σκηνοθετούσαμε, αν τις ωραιοποιούσαμε. Ίσως, ατόφιο το συναίσθημα να κρύβεται σε στιγμές που δε μιλήσαμε για κανένα συναίσθημα και ίσως δε χρειαζόταν κιόλας. Ίσως σε δυνατά γέλια, βουβά δάκρυα, ζεστές αγκαλιές, βαθιές ματιές, γλυκά αγγίγματα, πειραγμένες εκφράσεις, πειρακτικές γκριμάτσες, ακόμα και  εύγλωττες σιωπές να κρύβεται τόσο συναίσθημα, όσο καμία συναισθηματική λέξη δε μπορεί να χωρέσει. Κι ίσως να μη χωράνε στο μυαλό, στην ψυχή και στο στόμα, συναισθήματα για τα οποία δεν είμασταν έτοιμοι, δεν είμασταν ώριμοι, δεν είμασταν προετοιμασμένοι να βιώσουμε και να νιώσουμε την αξία και το βάθος τους. Γι’ αυτό, ίσως, ακόμα και τώρα, να μην είναι αργά… ίσως, ακόμα και τώρα, τώρα που δε σε βλέπω και δε σ’ έχω δίπλα μου, να μπορώ να σου πω όσα δε σκέφτηκα να προλάβω κι όσα δεν πρόλαβα να σκεφτώ να σου πω ότι ήσουν για μένα. Ναι… αυτό θα κάνω… σήμερα, αυτή τη μέρα και τώρα, που κατάλαβα τι μέρα είναι… σήμερα, θα τα πω όλα και θα πάψω να  θυμώνω ή να μαλώνω…

δε με μαλώνω άλλο που δεν πρόλαβα κι άλλα…χαίρομαι που πρόλαβα τόσα…

δε μου θυμώνω άλλο για όσα τότε δεν ήξερα… χαίρομαι για όσα τώρα ξέρω…

δε σε μαλώνω άλλο που έφυγες… χαίρομαι τόσο που ήρθες…

δε σου θυμώνω άλλο γιατί δεν είσαι εδώ να με ακούσεις … χαίρομαι γιατί όπου κι αν είσαι με ‘ακούς’…

δε μας μαλώνω άλλο που ‘χαθήκαμε’… χαίρομαι τόσο που ‘συναντηθήκαμε’ και…

δε θυμώνω άλλο με το χρόνο που με έκλεψε στο ζύγι… χαίρομαι που τον κέρδισα στη μνήμη…

Γιατί δεν ξεχνάω ποτέ τι ήσουν για μένα και μπορώ και τώρα ακόμα, σήμερα, να στα πω όλα…όμορφα, άσχημα, σ ’ευχαριστώ, σου θυμώνω, σε συγχωρώ, μου λείπεις, σε φυλάω μέσα μου, σε θυμάμαι… ότι θέλω και όσα θέλω μπορώ να στα πω, κόντρα στον πόνο και κόντρα στο χρόνο. Και σήμερα και κάθε μέρα. Κι έτσι, ακόμα κι αν, όσο περνούν οι μέρες, η ζυγαριά του χρόνου θα γέρνει, απελπιστικά, προς τη μεριά της απουσίας, η ζυγαριά της καρδιάς, θα γέρνει, αφοπλιστικά, προς τη μεριά της παρουσίας.

Κι όσο σου μιλάω και θα σου μιλάω, θα υπάρχεις, θα υπάρχω, θα υπάρχει αυτό που ζήσαμε και θα υπάρχουν κι όσα μοιραστήκαμε κι όλα όσα δεν προλάβαμε να μοιραστούμε… γιατί θα στα λέω, θα στα λέω όλα πια και θα τ’ ακούς όλα πια…και ναι, αν και δεν πρόλαβα ούτε αυτό να στο πω, στο λέω τώρα… όσο υπήρχες, έκανες ομορφότερο τον κόσμο γύρω μου… τώρα που δεν ‘υπάρχεις’, κάνεις ομορφότερο τον κόσμο μέσα μου… με όσα φυλάω, όσα κρατάω, όσα δώσαμε και πήραμε, όσα σου είπα κι όσα έχω ακόμα να σου πω.

Άκου με, λοιπόν…όπου κι αν είσαι… από κει που είσαι… άκου με…τώρα θέλω, μπορώ, τολμώ, νιώθω, καταλαβαίνω και προλαβαίνω ακόμα να στα πω όλα…

Σου ‘χω θυμώσει που…

Γέλαγα τόσο με…

Μου άρεσε τόσο όταν…

Σ ’ευχαριστώ τόσο που…

Με πείραζε τόσο όταν…

Σε συγχωρώ που…

Σε χρειάζομαι ακόμα όταν…

Μου λείπεις τόσο…

Ήταν λάθος αυτό που έκανες σε μένα…

Ήταν υπέροχο αυτό που έκανες για μένα…

Σε θυμάμαι τότε που…

Σε θυμάμαι πάντα…

Σ’ αγαπούσα…

Σ ‘αγαπώ…

θα Σ ‘αγαπώ για πάντα…

Ξέρω πώς με άκουσες, πως με ακούς! Ξέρω πως τα ξέρες, ίσως, και χωρίς να τα πω! Και τώρα ξέρω πως πρόλαβα κιόλας… πρόλαβα, ακόμα και τώρα, να σου πω όσα ήθελα και κάποτε δεν πρόλαβα! Και θα σου λέω… θα λέω όσα ένιωσα και νιώθω…για σένα, μ ‘εσένα, χωρίς εσένα… μ ‘ακούς? όλα! Και για σένα και για μένα… Για ν ‘αδειάζει η δική μου καρδιά  και ν ‘αλαφραίνει η δικιά σου, απ’ την πίκρα όσων μας πόνεσαν… για να τρέφεται η δική μου ψυχή μου και ν’αγαλιαζει η δικιά σου, από τη γλύκα όσων μας γέμισαν… τότε… τώρα… και πάντα μέσα στο διάβα του χρόνου που, κάποτε σωπαίνοντας, άφησα να με προσπεράσει…

Ε… ψιτ, χρόνε;

Νόμιζες με ξεγέλασες;

Πόνταρες στη σιωπή μου…;

Δες πως κερδίζω τώρα εγώ,

βρίσκοντας τη φωνή μου!!!…

 

Γράφει η Έρρικα Δαρδάγου

Φοιτήτρια Ανασυνδυασμένης Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας ΚΕ.ΘΕ.ΣΥ

 

Προσεχή Σεμινάριο : Όσα δεν πρόλαβα να σου πω..

Πάτησε ΕΔΩ