Αφιερωμένο σε όλες τις γυναίκες…

Η κοκκινοσκουφίτσα δεν μένει πια εκεί…

 

 Η κοκκινοσκουφίτσα με δάκρυα στα μάτια που έσταζαν οργή και πόνο μαζί, φόρεσε βιαστικά την ξεχασμένη από καιρό κόκκινη
” Χιτζάπ” της, “διαχρονικό σύμβολο “καταπίεσης, χειραγώγησης, ελέγχου. Έχωσε μέσα στο στηθόδεσμο της ένα μικροσκοπικό κοράνι,
αφού πρώτα το φίλησε με ταπεινοτητα και ευλάβεια.
” ο Αλλάχ είναι μεγάλος” είπε …
Ύστερα,με όσο κουράγιο της είχε απομείνει άρχισε να τρέχει ανάμεσα στο πανικοβλημένο πλήθος…
Μάταια προσπαθούσε μέσα από τα σκοτάδια της πατόκορφης μπούργκας της να διακρίνει τις μικρότερες αδελφές, τη μητέρα ή την
γιαγιά της……

Ήταν όλες ίδιες…

Κινούμενες, φοβισμένες μουντές κελεμπίες γυναικών, που έτρεχαν ουρλιάζοντας και κλαίγοντας…

“Όλα τελείωσαν ” σκέφτηκε, μέσα στο γρήγορο βηματισμό της…

Χάθηκαν τα πάντα σε μια στιγμή..

 Όνειρα ποδοπατημένα από έναν ξεσπιτωμένο όχλο, δίχως μπαγάζια, δίχως ελπίδα, δίχως φωνή… Μόνο στριγκλιές θυμού και
απελπισίας…Κατάρες για τις υαινες με τα όπλα…
Αγώνες, δικαιώματα ξεφτισμένα, ριγμένα μες το ξερό το χώμα….

Και τώρα … τι;;;….. ποιος;….. που;

 Ο λύκος τούτη τη φορά φοράει σαρίκι τυλιχτό που φαντάζει σαν γιγάντιος σαλίγκαρος πάνω στα σκουρόχρωμα άλουστα, τζιβιασμένα
μαλλιά του. Το τραχύ σκληρό του πρόσωπο καλύπτεται από ένα μακρύ σκονισμένο μούσι, ενώ το τραυματισμένο του χέρι κρατάει
πολυβόλο.. Χέρι και πολυβόλο ….ένα…..από πάντα….. μέχρι να τα χωρίσει ο θάνατος, ο ταγμένος σε μια απαρχαιωμένη,
αρρωστημένη ιδεολογία… Για την πίστη στην κτηνωδία.
Το σκοτεινό διαταραγμένο του βλέμμα είναι πιο απειλητικό και επιθετικό από πότε…
Το χνώτο του μυρίζει μπαρούτι, εκδίκηση και πόλεμο..

 Έχει το ύφος του αδίστακτου εισβολέα, του ανελέητου, που θέλει να βιάσει, να ταπεινώσει, να εξευτελήσει κάθε γυναικεια ύπαρξη,
ανεξαρτήτου ηλικίας.Στην τσέπη του μια σκουριασμένη αλυσίδα, έτοιμη να “στολίσει” το λαιμό κάθε αντιδραστικής, άπιστης”
κορασίδας…..

Τον έμαθαν από μικρό να μην τις σέβεται,να μην τις υπολογίζει…

 Η κατακόκκινη ” νικάμπ” της, εξακολουθεί να περπατά με βήμα γοργό ,ενώ η οθόνη του μυαλού της ” προβάλει” την ιστορία της
ζωής της”.
Για όσα με πολύ προσπάθεια και κόπο είχε μέχρι τώρα καταφέρει να κατακτήσει αλλά και για όσα σε μηδενικό χρόνο καταστρέφονται μπρος στα 19χρονα μαύρα μελαγχολικά της ματιά…
Το πλήθος συνεχίζει να καλπάζει με μανία προς το αεροδρόμιο της Καμπούλ…Κάποιοι δεν τα καταφέρνουν …Τα ρούχα τους,
σαβάνα στο λεπτό.

Κάνεις δεν προλαβαίνει να τους κλάψει..

Όλοι τρέχουν να μπουν όπως – όπως μέσα στο “σιδερένιο πουλί ” και να πετάξουν μακριά…

Ίσως αυτό να φέρει τη λύτρωση…

 Μια νέα αφιλόξενη ” πατρίδα” που θα τους “κακοσωρίσει”, πατώντας τους τη σφραγίδα του ” μπατίρη-κακομοίρη, πρόσφυγα ” …
Ιδανικό θύραμα μιας πιο εκλεπτυσμένης δυτικοφερμένης ρατσιστικής κακοποιήσης..
Ναι, η κοκκινοσκουφίτσα με την μπούργκα δε μένει πια εκεί…

Προσπαθεί να επιβιώσει, παντού και πουθενά.

 Εξακολουθεί να ντύνεται στα κόκκινα όχι για να ξεχωρίζει – αυτό δεν της το έμαθαν ποτέ-αλλά για να θυμάται πως ότι και να
συμβαίνει η φλόγα και το πάθος της για ζωή δεν πρέπει να σβήσει ποτέ..

 

Γράφει η Νάσια Παναγοπούλου

Φοιτήτρια Ανασυνδυασμένης Συμβουλευτικής ΚΕ.ΘΕ.ΣΥ